Translation of "ма́тка" into Greek
μήτρα, βασίλισσα, μέλισσα βασίλισσα are the top translations of "ма́тка" into Greek.
матка
noun
существительное женского рода
grammar
-
μήτρα
noun feminineТолстая кишка была вырезана, а почка и матка вытащены.
Το κόλον είχε κοπεί και οι νεφροί και η μήτρα είχαν αφαιρεθεί.
-
βασίλισσα
noun feminineВероятно, у него на щеке сидит пчелиная матка,
Πιθανώς μια μέλισσα βασίλισσα έχει καθίσει στο πηγούνι του
-
μέλισσα βασίλισσα
noun feminineВероятно, у него на щеке сидит пчелиная матка,
Πιθανώς μια μέλισσα βασίλισσα έχει καθίσει στο πηγούνι του
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "ма́тка" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add