Translation of "малый" into Greek
μικρός, λίγος, μικρή are the top translations of "малый" into Greek.
малый
adjective
прилагательное
grammar
-
μικρός
adjective masculineмалый: 1. то же, что маленький; имеющий незначительную величину, небольшой размер, вес и т. п. /// 2. небольшой по возрасту; малолетний
Это один маленький шаг для человека и гигантский прыжок для человечества.
Ένα μικρό βήμα για ένα άνθρωπο, ένα βήμα γίγαντα για την ανθρωπότητα.
-
λίγος
adjectiveНо столь многие заслуживают наказания и так мало времени.
Αλλά υπάρχουν τόσοι πολλοί που αξίζουν την τιμωρία και τόσο λίγος χρόνος.
-
μικρή
adjective feminineЭто один маленький шаг для человека и гигантский прыжок для человечества.
Ένα μικρό βήμα για ένα άνθρωπο, ένα βήμα γίγαντα για την ανθρωπότητα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "малый" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "малый" with translations into Greek
-
Μικρές Αντίλλες
-
Φοινικοπερίστερο
-
ελάχιστα
-
μικρό αλλά θαυματουργό · μικρό αλλά πολύτιμο · ουκ εν τω πολλώ το ευ · τα ακριβά αρώματα σε μικρά μπουκαλάκια μπαίνουν
-
πολύ μικρά κεφαλαία
-
Κάρολος Γ’ της Νάπολης
-
πολύ λίγες δυνατότητες
-
Μικρός πλανήτης · αστεροειδής
Add example
Add