Translation of "мелкий" into Greek
ρηχός, αβαθής, ασήμαντος are the top translations of "мелкий" into Greek.
мелкий
adjective
прилагательное
grammar
-
ρηχός
adjectiveНравится тебе это или нет, судя по опросам ты мелкий, убегающий от обязательств, закрытый, не вызывающий симпатий и поэтому не можешь быть выбранным.
Είτε σου αρέσει είτε όχι, δείχνεις ρηχός που φοβάται τη δέσμευση, που δεν μπορούν να συνδεθούν μαζί σου, οπότε δε θα σε ψηφίσουν.
-
αβαθής
adjective -
ασήμαντος
adjective masculineПотому что я мелкий чиновник со списком, дорогуша.
Γιατί είμαι ο ασήμαντος υπάλληλος με την λίστα, σκύλα.
-
Less frequent translations
- μικροσκοπικός
- μικρός
- φθηνός
- ψιλός
- τιποτένιος
- μηδαμινός
- Μικρό μέγεθος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "мелкий" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "мелкий"
Phrases similar to "мелкий" with translations into Greek
-
λεπτόκοκκη(ος) σκόνη (κονιορτός)
-
μικρά ζώα
-
κηρομπογιά
-
ρηχό πιάτο
-
ψιλά
-
ψιλή βροχή · ψιλόβροχο · ψιχάλισμα · ψιχαλίζει
-
Ελάχιστο μέγεθος
-
Λεπτή κινητική δεξιότητα
Add example
Add