Translation of "мирской" into Greek
λαϊκός, εγκόσμιος, επίγειος are the top translations of "мирской" into Greek.
-
λαϊκός
noun masculine -
εγκόσμιος
Оставить семью, родину, все заботы о мирских благах для того, чтобы не прилепляясь ни к чему, ходить в посконном рубище, под чужим именем с места на место, не делая вреда людям, и молясь за них, молясь и за тех, которые гонят, и за тех, которые покровительствуют: выше этой истины и жизни нет истины и жизни!
Το να παρατήσει κανείς και οικογένεια, και πατρίδα κι όλες τις έγνοιες των εγκόσμιων αγαθών μόνο και μόνο για να γυρίζει με ξένο όνομα, τυλιγμένος μέσα σε κουρέλια από κανάβι χωρίς να 'ναι προσκολλημένος σε τίποτα με κανένα δεσμό, χωρίς να κάνει κακό σε κανένα, παρά να προσεύχεται για όλους τους ανθρώπους και για κείνους που τον κατατρέχουν και για κείνους που τον προστατεύουν, α, σίγουρα ανώτερη απ' αυτήν την αλήθεια και τη ζωή δεν υπάρχει!
-
επίγειος
adjective -
κοσμικός
κοσμικός = που αναφέρεται στην κοινωνία και όχι στην εκκλησία ή τη θρησκεία π.χ. το κοσμικό κράτος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "мирской" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "мирской" with translations into Greek
-
εγκόσμια · εγκόσμια ζωή · τα κοσμικά
-
κοσμικές φροντίδες · κοσμική ματαιότητα