Translation of "мотив" into Greek

λόγος, ελατήριο, μοτίβο are the top translations of "мотив" into Greek.

мотив noun существительное мужского рода grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • λόγος

    noun masculine

    κίνητρο

    Никто кроме тебя на родео не имел мотива для убийства Тита.

    Κανείς άλλος στο ροντέο δεν είχε λόγο να σκοτώσει τον Τάιτους.

  • ελατήριο

    noun neuter

    ελατήριο (μτφ.) = κίνητρο ορισμένης πράξης: Tαπεινά / ύποπτα ελατήρια.

    Δεν ανεχόμεθα η τύχη και το μέλλον της Ελλάδος να ρυθμίζεται με εβραϊκός ψήφους αίτινες πάντοτε έχουν ύποπτα ελατήρια και δεν ελαύνονται βεβαίως ...

  • μοτίβο

    noun neuter

    У Хичкока мы встречаем мотив человека, висящего над пропастью, держась за руку другого.

    Στον Χίτσκοκ έχουμε το μοτίβο ενός ανθρώπου που κρέμεται στην άβυσσο από τα χέρια κάποιου άλλου.

  • Less frequent translations

    • κίνητρο
    • μουσικός σκοπός
    • σκοπός
    • αιτία
    • αρχή
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "мотив" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "мотив" with translations into Greek

Add

Translations of "мотив" into Greek in sentences, translation memory