Translation of "о́пыт" into Greek
εμπειρία, πείραμα, δοκιμή are the top translations of "о́пыт" into Greek.
опыт
noun
существительное мужского рода
grammar
-
εμπειρία
noun feminineЭто был не очень приятный опыт.
Δεν ήταν ευχάριστη εμπειρία.
-
πείραμα
noun neuterВ тот день её схватили пытали и подвергли опытам.
Την έπιασαν εκείνη τη μέρα, τη βασάνισαν, έκαναν πειράματα πάνω της.
-
δοκιμή
noun feminineИ кроме того, ни в одном научном опыте не станут вводить экспериментальный препарат одному испытуемому.
Επιπλέον, καμιά επιστημονική δοκιμή δεν χορηγεί πειραματικά φάρμακα σε έναν μόνο λήπτη.
-
Less frequent translations
- εμπειρίες
- προσπάθεια
- απόπειρα
- πειραματίζομαι
- προβάρισμα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "о́пыт" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add