Translation of "обитать" into Greek
ενοικώ, κατοικώ, μένω are the top translations of "обитать" into Greek.
обитать
verb
глагол несовершенного вида
grammar
-
ενοικώ
-
κατοικώ
verbИ Он будет изгонять бесов, или злых духов, обитающих в сердцах детей человеческих.
»Και θα εκβάλλει δαιμόνια, δηλαδή τα πονηρά πνεύματα που κατοικούν στις καρδιές των τέκνων των ανθρώπων.
-
μένω
verbЯ обращаюсь к заблудшей душе, обитающей в этом доме.
Μιλώ στην χαμένη ψυχή που μένει σε αυτό το μέρος.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "обитать" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add