Translation of "осел" into Greek
βλάκας, ανόητος, γάϊδαρος are the top translations of "осел" into Greek.
осел
verb
grammar
-
βλάκας
noun masculineОна была в лимузине, когда эти ослы украли его.
Ήταν στη λιμουζίνα μου όταν αυτοί οι βλάκες την έκλεψαν.
-
ανόητος
noun masculineЯ не такой осел.
Δεν είμαι τόσο ανόητος.
-
γάϊδαρος
noun masculineМы всего лишь рабочая сила, ничем не отличаемся от осла Джано.
Δεν είμαστε παρά υποζύγια... όπως ο γάϊδαρος του Γιάνο.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "осел" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "осел" with translations into Greek
-
κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε
-
καταπίπτω · καταρρέω · σωριάζομαι
-
καταπίπτω · καταρρέω · σωριάζομαι
-
καταπίπτω · καταρρέω · σωριάζομαι
-
καταπίπτω · καταρρέω · σωριάζομαι
Add example
Add