Translation of "очистка" into Greek

κάθαρση, καθαρισμός, Εκκαθάριση are the top translations of "очистка" into Greek.

очистка noun существительное женского рода grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • κάθαρση

    noun feminine

    Поскольку приходится иметь дело с множеством различных микробов и ситуаций, они блюют на самих себя, и это некоторый вид происходящего процесса очистки.

    Επειδή ανακατεύονται με τόσα μικρόβια και καταστάσεις θα πρέπει να ξεράσουν πάνω τους κι έτσι να υπάρξει κάποιου είδους κάθαρση.

  • καθαρισμός

    noun masculine

    Три независимых природоохранных ведомства организовали общегородские форумы, чтобы ответить на вопросы о мероприятиях по очистке.

    Τρεις αυτόνομες περιβαλλοντικές υπηρεσίες οργάνωσαν συζητήσεις παντού ανά την πόλη για ν'απαντήσουν ερωτήσεις σχετικά με τις προσπάθειες καθαρισμού.

  • Εκκαθάριση

    Я всегда подозревал, что один клон избежал очистки.

    Πάντα υποψιαζόμουν πως ένας κλώνος ξέφυγε από την εκκαθάριση.

  • Less frequent translations

    • καθάρισμα
    • διαύγαση
    • διύλιση
    • εξαγνισμός
    • εξευγενισμός
    • καθαρμός
    • ραφινάρισμα
    • διευκρίνιση
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "очистка" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Очистка
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • Εκκαθάριση

    Я всегда подозревал, что один клон избежал очистки.

    Πάντα υποψιαζόμουν πως ένας κλώνος ξέφυγε από την εκκαθάριση.

Phrases similar to "очистка" with translations into Greek

Add

Translations of "очистка" into Greek in sentences, translation memory