Translation of "паром" into Greek
φέριμποτ, πορθμείο, βαπόρι are the top translations of "паром" into Greek.
паром
noun
существительное мужского рода
masculine
grammar
-
φέριμποτ
noun neuterЯ скучаю, и я всего лишь на один паром от тебя.
Και ότι μου λείπεις και ότι είμαι ένα φέριμποτ μακριά.
-
πορθμείο
noun neuterМожешь взять нашу машину и оставить ее у парома.
Πάρε το αμάξι μας και άσ'το στο πορθμείο.
-
βαπόρι
паро́м
-
Less frequent translations
- επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο
- πέραμα
- πλοίο
- Πορθμείο
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "паром" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "паром"
Phrases similar to "паром" with translations into Greek
-
εκτάσεις σε αγρανάπαυση
-
με τις υγείες σας
-
ζεύγος συντεταγμένων
-
δίδυμο · κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι · να παίρνεις τον έναν και να βαράς τον άλλον · πάρ' τον έναν και χτύπα τον άλλον · του ιδίου φυράματος
-
ζεύγος κλειδιών
-
Ζεύγος δυνάμεων
-
Τάση ατμών
-
αμινοσαλικυλικό οξύ
Add example
Add