Translation of "родные" into Greek
δικοί, συγγενείς are the top translations of "родные" into Greek.
родные
noun
adjective
существительное pluralia tantum
grammar
-
δικοί
οι δικοί μου: οι γονείς ή οι στενοί συγγενείς μου· η οικογένειά μου: Θέλει να γνωρίσει τους ~ούς μου.
Купец действительно потонул, его искали часа два и не нашли. Товарищ его, отрезвев, сидел на корме и, отдуваясь, жалобно бормотал: — Ну, вот, доехали-и! Как теперь быть, а? Что родным-то скажу, а? Родные у него…
Ο έμπορος βούλιαξε, πραγματικά, ψάξανε κάπου δυο ώρες και δεν τον βρήκανε. Ο φίλος του, που ξεμέθυσε, καθόταν στην πρύμνη, ξεφυσούσε και μουρμούριζε παραπονεμένα: — Να, σε λίγο φτάνουμε-ε! Τι θα γίνει τώρα, ε; Τι θα πω στους δικούς του, ε; οι δικοί του...
-
συγγενείς
adjectiveродные и близкие
οι συγγενείς και οι οικείοι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "родные" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "родные" with translations into Greek
-
Διεθνής Ημέρα Μητρικής Γλώσσας
-
πάτρια εδάφη
-
μητρική γλώσσα
-
τόπος
-
μητρική γλώσσα
-
αγαπητός · γενέθλιος · ιθαγενής · μητρικός · ντόπιος
-
πατρίδα
-
αγαπητός · γενέθλιος · ιθαγενής · μητρικός · ντόπιος
Add example
Add