Translation of "ропот" into Greek
μουρμουρητό, μουρμούρισμα, παράπονο are the top translations of "ропот" into Greek.
ропот
noun
существительное мужского рода
grammar
-
μουρμουρητό
noun neuter -
μουρμούρισμα
noun neuter -
παράπονο
nounВ пустыне Фаран по пути в Кадес по меньшей мере три раза поднимается ропот.
Καθ’ οδόν προς την Κάδης, στην Έρημο Φαράν, υπήρξαν τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις παραπόνων.
-
γκρίνια
nounПри таком прочтении этой истории ропот первых работников особенно бросается в глаза.
Κατανοώντας με αυτόν τον τρόπο την ιστορία, θα πρέπει να δούμε την γκρίνια των πρώτων εργατών.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "ропот" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add