Translation of "рычать" into Greek
γκρινιάζω, βρυχιέμαι, βρυχώμαι are the top translations of "рычать" into Greek.
рычать
verb
глагол несовершенного вида
grammar
-
γκρινιάζω
verb -
βρυχιέμαι
-
βρυχώμαι
βρυχώμαι (αποθετικό ρήμα) , π.αόρ.: βρυχήθηκα 1. (για άγρια ζώα) βγάζω βαθιά και βροντερή κραυγή, παράγω δυνατό ήχο ⮡ το λιοντάρι θύμωσε και βρυχήθηκε 2. (μεταφορικά) κάνω αισθητή την παρουσία μου μιλώντας με έντονο τρόπο, φωνάζοντας
рычит как лев
βρυχάται σαν λιοντάρι
-
Less frequent translations
- μουγκρίζω
- ουρλιάζω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "рычать" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add