Translation of "такт" into Greek

ρυθμός, διαστολή, λεπτότητα are the top translations of "такт" into Greek.

такт noun существительное мужского рода grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • ρυθμός

    noun masculine

    в такт чему-либо >>> в такт музыке = στο ρυθμό της μουσικής

    Жихарев не умеет плясать, он просто семенит ногами; притопывая каблуками ярко начищенных сапог, прыгает козлом и все не в такт разымчивой музыке. Ноги у него — точно чужие, тело некрасиво извивается, он бьется, как оса в паутине или рыба в сети, — это невесело.

    Ο Ζιχαριόφ δεν ξέρει να χορεύει, κάνει μόνο μικρά βήματα και χτυπάει τα τακούνια των γυαλισμένων υποδημάτων του, πηδάει σαν τράγος και πάντα αντίθετα με τον ρυθμό της ξέφρενης μουσικής. Τα πόδια του είναι θαρρείς ξένα, το σώμα του λυγίζει άτσαλα, χτυπιέται σαν πιασμένη σφήκα στον ιστό της αράχνης, ή σαν ψάρι στο δίχτυ, - άχαρη σκηνή.

  • διαστολή

    noun feminine
  • λεπτότητα

  • Less frequent translations

    • τέμπο
    • τακτ
    • αβρότητα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "такт" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "такт" with translations into Greek

Add

Translations of "такт" into Greek in sentences, translation memory