Translation of "толк" into Greek
καλός, όφελος, ερμηνεία are the top translations of "толк" into Greek.
толк
noun
существительное мужского рода
grammar
-
καλός
noun masculineПослушай, если твои люди так будут обращаться с заключенными от них не будет никакого толку.
Αν οι άνθρωποι σου φέρονται τόσο άσχημα στους φυλακισμένους όπως αυτός εδώ, δεν είναι καθόλου καλό.
-
όφελος
noun neuterТак что муравью от этого никакого толку.
Άρα δεν υπάρχει όφελος για το μυρμήγκι.
-
ερμηνεία
nounεξήγηση, ερμηνεία
толко́вый слова́рь
ερμηνευτικό λεξικό
-
Less frequent translations
- νόημα
- ωφέλεια
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "толк" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "толк" with translations into Greek
-
αλέθω · γουδοχέρι
-
ποιο το όφελος · προς τι · τι νόημα έχει
-
διαδόσεις · λόγια · φήμες
-
μπερδεύω · σαστίζω
-
άναυδος · αμήχανος · μπερδεμένος · σαστισμένος
-
μπερδεύω · σαστίζω
-
ποιο το όφελος · προς τι · τι νόημα έχει
-
μπερδεύω · σαστίζω
Add example
Add