Translation of "тополь" into Greek
λεύκα, καβάκι, λεύκη are the top translations of "тополь" into Greek.
тополь
noun
существительное мужского рода
masculine
grammar
-
λεύκα
noun feminineЛетом по вечерам сидим под тополем и слушаем, как он шумит.
Τα καλοκαιρινά απογεύματα καθόμαστε κάτω από τη λεύκα και ακούω τους ήχους που βγάζει.
-
καβάκι
-
λεύκη
Η λεύκα ή λεύκη ή αιγείρα (γένος Populus) είναι φυλλοβόλο δέντρο, με ωοειδή φύλλα και λευκό κορμό που αναπτύσσει μεγάλο ύψος, μέχρι 50 μέτρα. Τα άνθη της σχηματίζουν κρεμαστές ταξιανθίες ιούλων και οι καρποί τους καλύπτονται από λευκό χνούδι.
То́поль (лат. Pópulus) — род двудомных (редко однодомных) листопадных быстрорастущих деревьев семейства Ивовые (Salicaceae).
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "тополь" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "тополь"
Phrases similar to "тополь" with translations into Greek
-
μπούρου-μπούρου
Add example
Add