Translation of "увольнение" into Greek
απόλυση, λήξη (παύση) της εργασίας (απασχόλησης), προσωρινή απόλυση are the top translations of "увольнение" into Greek.
увольнение
noun
существительное среднего рода
grammar
-
απόλυση
noun feminineПо уровню стресса, это то же самое, чтo переезд или увольнение.
Προκαλεί το ίδιο άγχος με τη μετακόμιση και την απόλυση.
-
λήξη (παύση) της εργασίας (απασχόλησης)
-
προσωρινή απόλυση
feminine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "увольнение" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add