Translation of "уме́ние" into Greek
ικανότητα, δεξιότητα, τέχνη are the top translations of "уме́ние" into Greek.
умение
noun
существительное среднего рода
grammar
игра (на сцене)
-
ικανότητα
noun feminineих умение решать проблемы, с которыми они ещё ни разу не сталкивались.
η ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν προβλήματα που δεν έχουν ξανασυναντήσει.
-
δεξιότητα
noun feminineНу, если у тебя только одно умение, то тебе повезло с ним.
Λοιπόν, αν έχεις μία δεξιότητα, ότι είναι ένα πάρα πολύ καλό να έχουμε.
-
τέχνη
noun feminineДля изготовления поддельного оружия не требуется много знаний, но это важное умение.
Η δημιουργία ψεύτικων όπλων είναι μια τέχνη λιγότερο γνωστή αλλά σημαντική.
-
Less frequent translations
- επιδεξιότητα
- καπατσοσύνη
- δυνατότητα
- επιτηδειότητα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "уме́ние" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add