Translation of "целиком" into Greek

εντελώς, ακέριος, εξ ολοκλήρου are the top translations of "целиком" into Greek.

целиком adverb grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • εντελώς

    adverb

    Прежде чем начать, хочу чтобы ты знал - мой визит целиком моя инициатива.

    Πριν φτάσω σ'αυτό, θέλω να ξέρεις ότι η επίσκεψη μου ήταν εντελώς δική μου ιδέα.

  • ακέριος

    adjective

    ακέριος (λαϊκό) = ακέραιος, ολόκληρος

    Завтра он весь исчезнет, весь, со всем, что скрыто в его голове, сердце, что я — мне кажется — умею читать в его красивых глазах. Когда он исчезнет — порвется одна из живых нитей, связующих меня с миром, останется воспоминание, но — оно целиком во мне, навсегда ограничено, неизменно. А живое, изменяющееся — уйдет...

    Αύριο θα εξαφανιστεί ολόκληρος, με τα όλα όσα κρύβει στο κεφάλι του, στην καρδιά του, κι όσα μου φαίνεται πως μπορώ να διαβάσω στα ωραία μάτια του. Όταν εξαφανιστεί, θα κοπεί ένα από τα ζωντανά νήματα που με συνδέουν με τον κόσμο, θα μείνει η ανάμνηση, μα αυτή είναι ακέρια μέσα μου, φυλαγμένη για πάντα, αναλλοίωτη. Ενώ το ζωντανό, το μεταβαλλόμενο, θα φύγει...

  • εξ ολοκλήρου

    Целико́м зависеть от кого-л.

  • Less frequent translations

    • καθ' ολοκληρία
    • καθ' ολοκληρίαν
    • ολοκληρωτικά
    • ολοσχερώς
    • ολωσδιόλου
    • ολόκληρος
    • ολότελα
    • στο ακέραιο
    • σύξυλος
    • σύσσωμος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "целиком" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "целиком" with translations into Greek

Add

Translations of "целиком" into Greek in sentences, translation memory