Translation of "чёлка" into Greek
φράντζα, αφέλεια, αφέλειες are the top translations of "чёлка" into Greek.
чёлка
noun
существительное женского рода
grammar
-
φράντζα
feminineφράντζα : τούφα μαλλιών που καλύπτει το μέτωπο. || ανάλογος τρόπος χτενίσματος: Kάνει / χτενίζει τα μαλλιά της ~. φραντζούλα YΠΟKΟΡ.
-
αφέλεια
noun feminine -
αφέλειες
noun f-p -
φράτζα
φράντζα φρά-ντζα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φράτζα = 1. τούφα μαλλιών κομμένη κατά τρόπο ώστε να καλύπτει μέρος του μετώπου· συνεκδ. η αντίστοιχη κόμμωση: ασύμμετρη/ατημέλητη/κοντή/μακριά ~. ~ στο πλάι. Πβ. αφέλειες. 2. ταινία με κρόσσια. [< γαλλ. frange, ιταλ. frangia]
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "чёлка" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
челка
grammar
-
αφέλειες
noun f-pЕй может сойти с рук убийство, но не эта челка.
Την γλιτώνει για φόνο, αλλά όχι για τέτοιες αφέλειες.
Add example
Add