Translation of "чёрт" into Greek

διάβολος, δαίμονας, δαιμόνιο are the top translations of "чёрт" into Greek.

чёрт noun interjection существительное мужского рода masculine grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • διάβολος

    noun masculine

    И то ли туман такой приключился в тот год, или чёрт нас закружил, а только заблудились мы.

    Εξαιτίας της ομίχλης, ή, ο διάβολος μας μπέρδεψε, χαθήκαμε.

  • δαίμονας

    noun masculine

    А вот чёрт льёт мерзкую серную жижу из рога прямо в чью-то глотку.

    Ένας δαίμονας ρίχνει το φρικτό θειάφι που βγαίνει από ένα κέρας στον λαιμό ενός ανθρώπου.

  • δαιμόνιο

    masculine
  • Less frequent translations

    • σατανάς
    • ζιζάνιο
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "чёрт" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

черт noun grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • διάβολος

    noun masculine

    Они не вошли суда только потому, что я здесь, черт возьми.

    Απλά δεν μπήκαν μέχρι τώρα επειδή είμαι εγώ εδώ, διάβολε.

Images with "чёрт"

Phrases similar to "чёрт" with translations into Greek

  • πεσκανδρίτσα
  • δεν είναι τόσο φοβερός ο διάβολος, όσο τον παρασταίνουν · ο διάβολος δεν είναι τόσο μαύρος όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά · ο διάβολος δεν είναι τόσο μαύρος, όσο τον λένε · ο διάβολος δεν είναι τόσο φοβερός όσο τον παριστάνουν · τα πράγματα δεν είναι τόσο φοβερά
  • διάολε · να πάρει ο διάολος
  • μπορεί να σπάσει ο διάβολος το ποδάρι του · μπορεί να σταθώ τυχερός · μπορεί να φανώ τυχερός · ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια · ποτέ δεν ξέρεις · πώς τα φέρνει ο διάολος καμιά φορά · τι δε σκαρώνει ο διάβολος
  • διάολε · να πάρει ο διάολος
  • έλα μου ντε · ένας Θεός ξέρει · ανάθεμα κι αν ξέρω
Add

Translations of "чёрт" into Greek in sentences, translation memory