Translation of "щепка" into Greek
θραύσμα, ακίδα, πελεκούδι are the top translations of "щепка" into Greek.
щепка
noun
существительное женского рода
grammar
-
θραύσμα
noun neuterАрасту прислал мне щепку из раны в ключице.
Arastoo μου έστειλε ένα θραύσμα από το τραύμα στην κλείδα.
-
ακίδα
noun feminineКак думаешь, где можно загнать в туфлю тиковую щепку?
Πώς νομίζεις ότι μπορεί να μπει μια ακίδα στο κάτω μέρος ενός παπουτσιού;
-
πελεκούδι
noun
-
Less frequent translations
- ροκανίδι
- σκλήθρα
- αγκίδα
- βλήμα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "щепка" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "щепка" with translations into Greek
-
κάνω κομμάτια · κομματιάζω
-
κάνω κομμάτια · κομματιάζω
-
η φύρα είναι ένα στοιχείο αναπόφευκτο · κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά · μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά · ομελέτα δεν γίνεται χωρίς να σπάσεις αυγά · όταν κόβουν το δάσος πετιούνται και πελεκούδια
Add example
Add