Translation of "эссе" into Greek

δοκίμιο, έκθεση, Δοκίμιο are the top translations of "эссе" into Greek.

эссе noun существительное среднего рода grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • δοκίμιο

    noun neuter

    Το δοκίμιο ορίζεται ως πεζό κείμενο περιορισμένης συνήθως εκτάσεως, που πραγματεύεται συγκεκριμένο θέμα χωρίς να το εξαντλεί, εκφράζει τις προσωπικές απόψεις του γράφοντος και δεν ταυτίζεται ούτε με λογοτεχνικά κείμενα ούτε με εμπεριστατωμένες μελέτες.

    Недавно я написал эссе о счастье, и это вызвало полемику.

    Μόλις έγραψα ένα δοκίμιο σχετικά με την ευτυχία, και υπήρξε μια αντιπαράθεση.

  • έκθεση

    noun feminine

    Я думаю, это и делает это эссе очень важным.

    Πιστεύω οτι αυτό είναι που κάνει την έκθεση τόσο σημαντική.

  • Δοκίμιο

    κείμενο που πραγματεύεται συγκεκριμένο θέμα

    Недавно я написал эссе о счастье, и это вызвало полемику.

    Μόλις έγραψα ένα δοκίμιο σχετικά με την ευτυχία, και υπήρξε μια αντιπαράθεση.

  • Less frequent translations

    • πραγματεία
    • επιφυλλίδα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "эссе" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "эссе" into Greek in sentences, translation memory