Translation of "fullmakt" into Greek
πληρεξούσιο, πληρεξούσιος, αντιπροσώπευση are the top translations of "fullmakt" into Greek.
befullmäktigad
-
πληρεξούσιο
neuterOm fullmakten inte lämnas in inom tidsfristen ska förfarandena fortsätta med den företrädda personen.
Εάν το πληρεξούσιο δεν κατατεθεί εμπρόθεσμα, η διαδικασία συνεχίζεται με τον αντιπροσωπευόμενο.
-
πληρεξούσιος
noun masculineEn person som agerar som fullmaktshavare skall dock kunna inneha fullmakter från fler än en aktieägare.
Ωστόσο, ένα πρόσωπο που ενεργεί ως πληρεξούσιος μπορεί να είναι πληρεξούσιος περισσοτέρων μετόχων.
-
αντιπροσώπευση
NounI de fall då en eller flera företrädare har utsetts, måste en fullmakt att företräda de företag som lämnar in anmälan åtfölja anmälan.
Στις περιπτώσεις ενός ή περισσοτέρων πληρεξουσίων, η κοινοποίηση πρέπει να συνοδεύεται από πράξη εξουσιοδότησης για την αντιπροσώπευση των επιχειρήσεων που υποβάλλουν την κοινοποίηση.
-
έγγραφο πληρεξουσιότητας
neuterInställelse kan ske genom att en inlaga, fullmakt eller handlingar lämnas in till kansliet eller genom att parten inställer sig till förhandlingen.
Η συμμετοχή στη διαδικασία μπορεί να λάβει χώρα μέσω της καταθέσεως προτάσεων, εγγράφου πληρεξουσιότητας και συνημμένων στη γραμματεία του δικαστηρίου, ή με εμφάνιση στο ακροατήριο.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "fullmakt" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate