Translation of "obligatorisk" into Greek
υποχρεωτικός, δεσμευτικός are the top translations of "obligatorisk" into Greek.
obligatorisk
adjective
grammar
inte frivillig
-
υποχρεωτικός
adjective masculineEftersom anslutningen är obligatorisk är det således uteslutet att tillämpa motsvarande obligatoriska nationella system.
Επομένως, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της υπαγωγής στο σύστημα αυτό αποκλείει οποιαδήποτε εφαρμογή των αντίστοιχων εθνικών συστημάτων υποχρεωτικής ασφαλίσεως.
-
δεσμευτικός
Det är därför som initiativet att medlemsstaterna ska införa obligatoriska program för avfallshantering är så positivt.
Για αυτόν τον λόγο, η πρωτοβουλία να καθιερώσουν τα κράτη μέλη δεσμευτικά προγράμματα διαχείρισης των αποβλήτων είναι ελπιδοφόρα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "obligatorisk" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "obligatorisk" with translations into Greek
-
προαιρετικός συμμετέχων
-
υποχρεωτική ψήφος
-
περιορισμός επιβαλλόμενου προσδιοριστικού
-
υποχρεωτική ιδιότητα
-
υποχρεωτική εκπαίδευση
-
υποχρεωτική δαπάνη
-
υποχρεωτικό χαρακτηριστικό
-
υποχρεωτική χρήση
Add example
Add