Translation of "angesehen" into Greek

διακεκριμένος, εξέχων, έγκριτος are the top translations of "angesehen" into Greek.

angesehen adjective verb grammar
+ Add

German-Greek dictionary

  • διακεκριμένος

    adjective masculine

    Wir begrüßen auch zwei angesehene Gäste... die uns heute Abend beehren.

    'Εχουμε μαζ ί μας δύο διακεκριμένα πρόσωπα που μας τιμούν με την παρουσία τους.

  • εξέχων

    adjective masculine

    Er kann entweder ein angesehener Gast oder unten festgeschnallt, hilflos wie eine Laborratte sein.

    Μπορεί να είναι σαν εξέχων καλεσμένος ή δεμένος, αβοήθητος σαν πειραματόζωο.

  • έγκριτος

    Als angesehener Hebraist hatte Alfonso de Zamora die besten Voraussetzungen, eine solche neue lateinische Übersetzung in Angriff zu nehmen.

    Ο Αλφόνσο δε Θαμόρα είχε τα προσόντα να φέρει σε πέρας μια τέτοια νέα μετάφραση στη λατινική επειδή ήταν έγκριτος λόγιος της εβραϊκής.

  • Less frequent translations

    • διαπρεπής
    • ευυπόληπτος
    • περίβλεπτος
    • φημισμένος
    • επιφανής
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "angesehen" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "angesehen" with translations into Greek

  • κοιτιέμαι στο καθρέφτη
  • αντικρίζω · βλέπω · εκτιμώ · θεωρώ · κοιτάζω · παρακολουθώ · παρατηρώ · ρολόι · σέβομαι · τρέφω εκτίμηση · τρέφω σεβασμό · υπολήπτομαι · υπόληψη
  • θεωρείται
  • αέρας · αίγλη · δόξα · εικόνα · εκτίμηση · κύρος · πρόσωπο · υπόληψη · φήμη
  • αέρας · αίγλη · δόξα · εικόνα · εκτίμηση · κύρος · πρόσωπο · υπόληψη · φήμη
  • αέρας · αίγλη · δόξα · εικόνα · εκτίμηση · κύρος · πρόσωπο · υπόληψη · φήμη
Add

Translations of "angesehen" into Greek in sentences, translation memory