Translation of "ansehen" into Greek
κοιτάζω, υπόληψη, παρακολουθώ are the top translations of "ansehen" into Greek.
spannern (vulgär) [..]
-
κοιτάζω
verbIch musste mir nichts anderes ansehen als deine Arme.
Δεν χρειαζόταν να κοιτάξω αλλού, μόνο στα χέρια σου.
-
υπόληψη
noun feminineAthos genießt hohes Ansehen bei den anderen Musketieren.
Τον Άθω τον έχουν σε μεγάλη υπόληψη οι υπόλοιποι σωματοφύλακες.
-
παρακολουθώ
verbEs war schwer mit anzusehen, wie meine Geliebte zugrunde ging.
Ήταν σκληρό να σε παρακολουθώ να γίνεσαι το απομεινάρι του προσώπου που κάποτε αγάπησα.
-
Less frequent translations
- εκτιμώ
- ρολόι
- βλέπω
- θεωρώ
- σέβομαι
- παρατηρώ
- αντικρίζω
- υπολήπτομαι
- τρέφω εκτίμηση
- τρέφω σεβασμό
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "ansehen" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
(guter) Ruf [..]
-
φήμη
noun feminineη εντύπωση που υπάρχει για κάποιον
Die Besonderheit von „kiełbasa biała parzona wielkopolska“ beruht auf den Qualitätsmerkmalen und dem hohen Ansehen.
Η ιδιοτυπία του προϊόντος «kiełbasa biała parzona wielkopolska» στηρίζεται στα διακριτικά χαρακτηριστικά του και τη φήμη του.
-
υπόληψη
noun feminineDer Untersuchungsausschuß wird sein Ansehen in keiner Weise schmälern können.
Η εξεταστική επιτροπή δεν πρόκειται με κανένα τρόπο να αμαυρώσει αυτή του την υπόληψη.
-
εκτίμηση
nounSowohl der Zeitplan von 2010 als auch die Kostenschätzungen wurden demnach als unsicher angesehen.
Ως εκ τούτου, τόσο το χρονοδιάγραμμα όσο και η εκτίμηση δαπανών του 2010 θεωρήθηκαν αναξιόπιστα.
-
Less frequent translations
- αίγλη
- εικόνα
- κύρος
- πρόσωπο
- δόξα
- αέρας
Images with "ansehen"
Phrases similar to "ansehen" with translations into Greek
-
κοιτιέμαι στο καθρέφτη
-
θεωρείται
-
έγκριτος · διακεκριμένος · διαπρεπής · εξέχων · επιφανής · ευυπόληπτος · περίβλεπτος · φημισμένος
-
έγκριτος · διακεκριμένος · διαπρεπής · εξέχων · επιφανής · ευυπόληπτος · περίβλεπτος · φημισμένος