Translation of "Killed" into Greek

σκοτωμένος, δολοφονημένος, θύμα are the top translations of "Killed" into Greek.

killed adjective verb grammar

Simple past tense and past participle of kill. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • σκοτωμένος

    It just so happens he winds up killed and someone swipes that money.

    Κατέληξε σκοτωμένος και κάποιος του έκλεψε τα λεφτά.

  • δολοφονημένος

  • θύμα

    noun
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "Killed" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "Killed" with translations into Greek

  • απορρίπτω · αποσύρω · αφήνω στον τόπο · βγάζω κπ απ' τη μέση · διαλύω · δολοφονία · δολοφονώ · εκτελώ · εξανεμίζω · εξαφανίζω · εξοντώνω · εξουδετερώνω · θήραμα · θανάτωση · θανατηφόρο πλήγμα · θανατώνω · θύμα · καθαρίζω · καταργώ · καταστρέφω · καταψηφίζω · κατεβάζω μονορούφι · κλείνω · κοστίζω τη ζωή σε · ξεκάνω · ξεκληρίζω · πεθαίνω από πόνο · πεθαίνω κπ · πιστολιάζω · προκαλώ τον θάνατο [+Γεν.] · σβήνω · σκοτώνω · στέλνω στον θάνατο · συντρίβω · σφάζω · φαγανε · φονεύω · φόνος · χαλάω · χαραμίζω
  • ευθανασία
  • στρατόπεδο εκτελέσεων · τόπος εκτελέσεων
  • με έχει πεθάνει · με έχει ταράξει · με πεθαίνει
  • εκεί κόλλησες; · πονάς · σε πονάει
  • σκοτώνω τον καιρό
  • έγκλημα τιμής
  • αλληλοσπαράζονται
Add

Translations of "Killed" into Greek in sentences, translation memory