Translation of "abused" into Greek

θύμα is the translation of "abused" into Greek.

abused adjective verb grammar

Simple past tense and past participle of abuse. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • θύμα

    noun

    They do not want to be deceived and abused as they were before.

    Δε θέλουν να πέσουν άλλη μια φορά θύματα εξαπάτησης και κακής μεταχείρισης.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "abused" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "abused" with translations into Greek

  • δράστης · εκμεταλλευτής · θύτης · καταχραστής
  • ασέλγεια · ασελγώ πάνω σε κτ · ασελγώ σε βάρος [+Γεν.] · ασυδοσία · ατασθαλίες · αυθαιρεσία · βάναυση συμπεριφορά · βρίζω · βρισιές · εκμετάλλευση · εκμεταλλεύομαι · εξύβριση · κάνω καταχρηστική χρήση · κακομεταχείριση · κακομεταχειρίζομαι · κακοποίηση · κακοποιηση · κακοποιώ · κατάχρηση · καταχρηστική πρακτική · καταχρώμαι · παραβίαση · πλάνη · προσβολή · υβρίζω · φωνάζω · ύβρις
  • κατάχρηση ουσιών
  • Παιδική κακοποίηση
  • κατάχρηση εξουσίας
  • κρατικοδίαιτος
  • Αναφορά κακής χρήσης
  • ενδοοικογενειακή βία
Add

Translations of "abused" into Greek in sentences, translation memory