Translation of "abuser" into Greek
δράστης, θύτης, καταχραστής are the top translations of "abuser" into Greek.
abuser
noun
grammar
One who abuses. [..]
-
δράστης
noun -
θύτης
Previously, she had feared attending family gatherings where the abuser would be present.
Παλαιότερα, φοβόταν να παρευρεθεί σε οικογενειακές συγκεντρώσεις όπου θα ήταν παρών ο θύτης.
-
καταχραστής
Domestic abuser, all that.
Εσωτερικού καταχραστής, όλα αυτά.
-
εκμεταλλευτής
He's an ex-boyfriend, an abusive one at that, based on a police report.
Πρώην φίλος της, μεγάλος εκμεταλλευτής, με βάση την αναφορά της αστυνομίας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "abuser" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "abuser" with translations into Greek
-
θύμα
-
ασέλγεια · ασελγώ πάνω σε κτ · ασελγώ σε βάρος [+Γεν.] · ασυδοσία · ατασθαλίες · αυθαιρεσία · βάναυση συμπεριφορά · βρίζω · βρισιές · εκμετάλλευση · εκμεταλλεύομαι · εξύβριση · κάνω καταχρηστική χρήση · κακομεταχείριση · κακομεταχειρίζομαι · κακοποίηση · κακοποιηση · κακοποιώ · κατάχρηση · καταχρηστική πρακτική · καταχρώμαι · παραβίαση · πλάνη · προσβολή · υβρίζω · φωνάζω · ύβρις
-
κατάχρηση ουσιών
-
Παιδική κακοποίηση
-
κατάχρηση εξουσίας
-
κρατικοδίαιτος
-
Αναφορά κακής χρήσης
-
ενδοοικογενειακή βία
Add example
Add