Translation of "acquired" into Greek
επίκτητος is the translation of "acquired" into Greek.
acquired
adjective
verb
grammar
Simple past tense and past participle of acquire. [..]
-
επίκτητος
Such a connection may exist by birth (and therefore be involuntary) or be acquired.
Ο δεσμός αυτός μπορεί να υφίσταται από τη γέννηση (και, ως εκ τούτου, να είναι ακούσιος) ή να είναι επίκτητος.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "acquired" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "acquired" with translations into Greek
-
αγοράζω · αγοράξω · αποκτώ · αποχτώ · βγάζω · διαμορφώνω · εμφανίζω · κερδίζω · μαθαίνω · σχηματίζω
-
αποκτήσετε
-
καινούργιος · νεοαποκτηθείς · νεοαποκτημένος
-
απόκτηση · λήψη
-
απόκτημα · απόκτηση · γνώση · προσόν
-
αγοραστής · αποκτών
-
επίκτητο γούστο · πικρόχολος · συνηθίζω κτ με τον καιρό
-
AIDS · ΣΕΑΑ · έιτζ · σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας
Add example
Add