Translation of "acquirement" into Greek
γνώση, απόκτηση, απόκτημα are the top translations of "acquirement" into Greek.
The act of acquiring, or that which is acquired; attainment. [..]
-
γνώση
noun feminineDocuments alleged to have been acquired after the applicant inspected the file
Επί της φερομένης υπάρξεως εγγράφων που συνελέγησαν αφού η προσφεύγουσα έλαβε γνώση του περιεχομένου του φακέλου
-
απόκτηση
noun feminineAn entity typically incurs various costs in issuing or acquiring its own equity instruments.
Η οντότητα συνήθως επιβαρύνεται με διάφορα κόστη κατά την έκδοση ή απόκτηση των ίδιων της συμμετοχικών τίτλων.
-
απόκτημα
nounAn expensive thing to acquire, in these troubled times.
Ακριβό απόκτημα αυτούς τους ταραγμένους καιρούς.
-
προσόν
noun neuterAs a rule, the vocational and competence mappings are acquired from vocational education institutions as a contracted service.
Κατά κανόνα, η χαρτογράφηση προσόντων λαμβάνεται από ιδρύματα επαγγελματικής κατάρτισης ως ανάθεση υπηρεσίας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "acquirement" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "acquirement" with translations into Greek
-
αγοράζω · αγοράξω · αποκτώ · αποχτώ · βγάζω · διαμορφώνω · εμφανίζω · κερδίζω · μαθαίνω · σχηματίζω
-
αποκτήσετε
-
καινούργιος · νεοαποκτηθείς · νεοαποκτημένος
-
απόκτηση · λήψη
-
αγοραστής · αποκτών
-
επίκτητος
-
επίκτητο γούστο · πικρόχολος · συνηθίζω κτ με τον καιρό
-
AIDS · ΣΕΑΑ · έιτζ · σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας