Translation of "assets" into Greek
ενεργητικό, ακίνητη περιουσία, πόροι are the top translations of "assets" into Greek.
assets
noun
Plural form of asset. [..]
-
ενεργητικό
nounMember States may require or permit the reinsurance amounts to be shown as assets.
Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν ή να επιτρέπουν την εγγραφή των ποσών αντασφάλισης στο ενεργητικό.
-
ακίνητη περιουσία
nounYou telling me the government's been hiding seized assets in police facilities?
Μου λες δηλαδή ότι η κυβέρνηση έκρυβε τεράστια ακίνητη περιουσία σε εγκαταστάσεις της αστυνομίας;
-
πόροι
nounUnderstanding the coordination of these assets is crucial to the fluid progress of our mandate.
Κατανοώ πως ο συντονισμός πόρων είναι καίριας σημασίας για την πρόοδο του σκοπού μας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "assets" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "assets" with translations into Greek
-
Περιουσιακό στοιχείο · αξία · απόκτημα · βαρύ χαρτί · ενεργητικό · θησαυρός · ιδιοκτησία · κεφάλαιο · πάγιο · περιουσιακό στοιχείο · πηγή, όργανο πληροφοριών · πολύτιμος · προνόμιο · προσόν · πόρος · τιμή
-
Ολοκληρωμένο πληροφοριακό
-
Διαχείριση κύκλου-ζωής παγίων
-
Υπό διαχείριση κεφάλαια
-
εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού
-
Ολοκληρωμένο πληροφοριακό
-
κυκλοφορούν ενεργητικό
-
Διαχείριση ψηφιακών στοιχείων
Add example
Add