Translation of "bareness" into Greek

γυμνότητα, απλότητα, γύμνια are the top translations of "bareness" into Greek.

bareness noun grammar

The state of being bare. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • γυμνότητα

    noun feminine
  • απλότητα

    Noun
  • γύμνια

  • Less frequent translations

    • ερημιά
    • φτώχεια
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "bareness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "bareness"

Phrases similar to "bareness" with translations into Greek

  • (ρήμα) δεν (ρήμα) · ίσα ίσα που · ίσα που · ανοιχτά · ελάχιστα · καλά καλά · με δυσκολία · μετά δυσκολίας · μόλις · μόλις και μετά βίας · μόλις που · μόνο · οριακά · πολύ αμυδρά · στοιχειωδώς · τσίμα τσίμα · φανερά
  • βασικές ανάγκες · είδη πρώτης ανάγκης · στοιχειώδεις ανάγκες (διαβίωσης) · τα απολύτως αναγκαία · τα στοιχειώδη
  • Γυμνός αγωγός χαλκού
  • έρημος · απένταρος · αποκαλύπτω · γνωστοποιώ · γυμνός · δημοσιεύω · μόλις και μετά βίας · ξεγυμνώνω · φαλακρός · φτωχός
  • ολική αποκατάσταση λειτουργικού συστήματος
  • ανοίγω την καρδιά μου
  • Γυμνός αγωγός χαλκού
  • γυμνός αγωγός
Add

Translations of "bareness" into Greek in sentences, translation memory