Translation of "brutality" into Greek

αγριότητα, κτηνωδία, βαναυσότητα are the top translations of "brutality" into Greek.

brutality noun grammar

the state of being brutal [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αγριότητα

    noun feminine

    a state of being brutal

    The regime has brutally repressed previous demonstrations and shown scant regard for the welfare of its people.

    Το καθεστώς έχει καταστείλει με αγριότητα προηγούμενες διαδηλώσεις, ενώ έχει επιδείξει ελάχιστη ευαισθησία για την προστασία του πληθυσμού.

  • κτηνωδία

    noun

    Night is the only time that provides any respite from the planning of the next day's brutality.

    Η νύχτα είναι η μόνη ώρα που παρέχει λίγη ανάπαυση απ'της επομένης μερας την κτηνωδία.

  • βαναυσότητα

    noun feminine

    We won't endure the brutality of the Indian army.

    Δεν πρόκειται να ανεχτούμε τη βαναυσότητα του Ινδικού στρατού.

  • Less frequent translations

    • βαρβαρότητα
    • ωμότητα
    • μπρουταλιτέ
    • τραχύτητα
    • απονιά
    • ασπλανία
    • σκληρότητα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "brutality" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "brutality" with translations into Greek

  • άγρια · αγρίως · βάρβαρα
  • άγριος · αγέλαστος · αιμοβόρος · απάνθρωπος · αποτρόπαιος · βάναυσος · βάρβαρος · ζωώδης · κτηνώδης · κτηνώδησ · στυγνός · ωμός
  • Μπρουταλισμός
  • αποκτηνώνω · βασανίζω · κακοποιώ · μεταχειρίζομαι βάναυσα · μεταχειρίζομαι κπ σαν ζώο · υποβάλλω κπ σε κτηνώδη μεταχείριση
  • υφίσταμαι βάναυση μεταχείριση
  • άγρια δολοφονία · απάνθρωπη δολοφονία
  • αποκτήνωση
  • έπηξα στη δουλειά σήμερα
Add

Translations of "brutality" into Greek in sentences, translation memory