Translation of "brutally" into Greek

άγρια, αγρίως, βάρβαρα are the top translations of "brutally" into Greek.

brutally adverb grammar

In a brutal manner; . [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • άγρια

    adjective adverb
  • αγρίως

    adverb
  • βάρβαρα

    adjective
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "brutally" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "brutally" with translations into Greek

  • άγριος · αγέλαστος · αιμοβόρος · απάνθρωπος · αποτρόπαιος · βάναυσος · βάρβαρος · ζωώδης · κτηνώδης · κτηνώδησ · στυγνός · ωμός
  • Μπρουταλισμός
  • αγριότητα · απονιά · ασπλανία · βαναυσότητα · βαρβαρότητα · κτηνωδία · μπρουταλιτέ · σκληρότητα · τραχύτητα · ωμότητα
  • αποκτηνώνω · βασανίζω · κακοποιώ · μεταχειρίζομαι βάναυσα · μεταχειρίζομαι κπ σαν ζώο · υποβάλλω κπ σε κτηνώδη μεταχείριση
  • υφίσταμαι βάναυση μεταχείριση
  • άγρια δολοφονία · απάνθρωπη δολοφονία
  • αποκτήνωση
  • έπηξα στη δουλειά σήμερα
Add

Translations of "brutally" into Greek in sentences, translation memory