Translation of "careful" into Greek
προσεκτικός, επιμελής, προσεχτικός are the top translations of "careful" into Greek.
careful
adjective
grammar
(obsolete) Full of care or grief; sorrowful, sad. [..]
-
προσεκτικός
adjective masculinecautious
You've got to learn to be more careful.
Πρέπει να μάθεις να είσαι πιο προσεκτικός.
-
επιμελής
adjective masculinemeticulous
And was your home life safe and caring?
Και ήταν η ζωή σου στο σπίτι ασφαλής και επιμελής;
-
προσεχτικός
adjectiveI think you'd be a little more careful with something so valuable.
Έπρεπε να'σαι πιο προσεχτικός με κάτι τόσο πολύτιμο.
-
γνωστικός
adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "careful" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "careful" with translations into Greek
-
Από πίτα που δεν τρως, τι σε μέλει, νοιάζει κι αν καεί
-
γιατί να τη νοιάξει;
-
απαιτείται προσοχή κατά
-
έγνοια · ανατροφή · ανησυχία · ανησυχώ · βοήθεια · ενδιαφέρομαι · ενδιαφέρον · επιμέλεια · επιτήρηση · εποπτεία · θέλω · κάνω κέφι · κόπος · νοιάζει · νοιάζομαι · περίθαλψη · περιποίηση · προσοχή · συντήρηση · σύνεση · φροντίδα · φροντίζω · χειρίζομαι
Add example
Add