Translation of "carefulness" into Greek
προσοχή, προσεκτικότητα, σύνεση are the top translations of "carefulness" into Greek.
carefulness
noun
grammar
The state of being careful. [..]
-
προσοχή
noun feminineHot formic acid is very corrosive and must be handled with care.
Το καυτό μυρμηκικό οξύ είναι πολύ διαβρωτικό και πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή.
-
προσεκτικότητα
noun feminine -
σύνεση
feminineIt is for the national courts to exercise those powers with care and restraint.
Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να την ασκούν με σύνεση και επιφυλακτικότητα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "carefulness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "carefulness" with translations into Greek
-
Από πίτα που δεν τρως, τι σε μέλει, νοιάζει κι αν καεί
-
γιατί να τη νοιάξει;
-
απαιτείται προσοχή κατά
-
έγνοια · ανατροφή · ανησυχία · ανησυχώ · βοήθεια · ενδιαφέρομαι · ενδιαφέρον · επιμέλεια · επιτήρηση · εποπτεία · θέλω · κάνω κέφι · κόπος · νοιάζει · νοιάζομαι · περίθαλψη · περιποίηση · προσοχή · συντήρηση · σύνεση · φροντίδα · φροντίζω · χειρίζομαι
Add example
Add