Translation of "catching" into Greek
κολλητικός, ελκυστικός, δελεαστικός are the top translations of "catching" into Greek.
catching
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of catch. [..]
-
κολλητικός
adjectiveI never thought he was... but maybe crazy is catching.
Δε νόμιζα πως ήταν... αλλά ίσως η τρέλλα να είναι κολλητική.
-
ελκυστικός
adjective masculineThe eye-catching title helped me place the magazine with a man I met on the train.
Ο ελκυστικός τίτλος με βοήθησε να δώσω το περιοδικό σε έναν άντρα τον οποίο συνάντησα στο τρένο.
-
δελεαστικός
adjective masculine -
μεταδοτικός
adjective masculineTheir zeal for the truth is catching, and they encourage one another.
Ο ζήλος τους για την αλήθεια είναι μεταδοτικός και ενθαρρύνουν ο ένας τον άλλον.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "catching" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "catching" with translations into Greek
-
μισοκοιμάμαι
-
βρίσκω κπ απροετοίμαστο · καταλαμβάνω κπ εξ απροόπτου · καταλαμβάνω κπ εξαπίνης
-
σταμπάρω κτ · τραβάω την προσοχή κάποιου · χτυπάω στο μάτι
-
αδραξιά · αιχμαλωτίζω · αναχαιτίζω · αντιλαμβάνομαι · αποτυπώνω · αρπάζω · αρπαγή · βλέπω · γοητεύω · δέχομαι · θηρεύω · καταλαβαίνω · κελεπούρι · κολλάω · κολλάω (ασθένεια) · κολλώ · κρυφακούω · κρυφό ελάττωμα · μάνδαλο · μάνταλο · μαγγώνω · μαγεύω · παίρνω είδηση · παγίδα · παρακολουθώ · παρασύρω · πιάνομαι · πιάνω · προλαβαίνω · προσελκύω · προφταίνω · προϋπόθεση, όρος · σκαλώνω · σταμπάρω · συγκρατώ · συλλαμβάνω · σύλληψη · σύρτης · τεφαρίκι · το πιάνω · τσακώνω · υποψήφιος παντρειάς · φτάνω · ψαριά
-
επικρατώ · μπαίνω στο νόημα
-
Προφταινω, (catch= a bus/,grasp sth,fishing) · αρχειοθετώ · προλαβαίνω · προφταίνω · φθάνω
Add example
Add