Translation of "concern" into Greek
ανησυχία, αφορώ, ανησυχώ are the top translations of "concern" into Greek.
concern
verb
noun
grammar
The expression of solicitude, anxiety, or compassion toward a thing or person. [..]
-
ανησυχία
noun feminineThere was a concern that that would be expensive.
Υπήρχε μια ανησυχία μήπως τελικά αυτό αποδειχθεί ακριβό.
-
αφορώ
verbto be of importance to
This matter does not concern me.
Αυτό δεν μ' αφορά.
-
ανησυχώ
verbto make somebody worried
I've recently become concerned that I may have developed a flaw in my personality matrix.
'ρχισα να ανησυχώ ότι μπορεί να αναπτύσσω ένα ψεγάδι στην μήτρα της προσωπικότητας.
-
Less frequent translations
- ενδιαφέρον
- μέλημα
- επιχείρηση
- σχέση
- πρόκειται
- υπόθεση
- ενδιαφέρομαι
- επιχειρήσεις
- φροντίδα
- ενδιαφέρω
- έγνοια
- αγωνία
- νοιάζομαι
- άγχος
- επιμέλεια
- προβληματισμός
- απασχολώ
- θέμα
- ζήτημα
- μέριμνα
- φόβος
- ασχολία
- προβληματίζω
- Κονσέρν
- αναστατώνω
- άπτομαι του
- αίσθημα ανησυχίας
- αφορ/ώ-ά
- αφορώ σε
- σχετίζομαι με
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "concern" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "concern" with translations into Greek
-
εταιρεία συσκευασίας
-
αγγίζω
-
εκφράζω ανησυχίες
-
έντονη ανησυχία · αισθήματα ανησυχίας
-
εγωισμός · εγωκεντρισμός
-
ανήσυχος · ενδιαφερόμενη · ενδιαφερόμενος · θορυβημένος
-
προκαλώ ανησυχία
-
δουλείά
Add example
Add