Translation of "concerning" into Greek
ανησυχητικός, εν σχέσει με, προς are the top translations of "concerning" into Greek.
Causing concern; worrisome. [..]
-
ανησυχητικός
adjective masculineThe number of third country nationals crossing the Line illegally remains an area of serious concern.
Ο αριθμός των υπηκόων τρίτων χωρών που διασχίζουν παράνομα τη γραμμή παραμένει ιδιαίτερα ανησυχητικός.
-
εν σχέσει με
At the same time, however, it reopened historic wounds, and painful issues concerning nationhood and borders came to the fore.
Συν το χρόνο όμως, έχουν ανοιχθεί παλιές πληγές της Ιστορίας, και έχουν προκύψει πολύπλοκα προβλήματα εν σχέσει με εθνικές διαφορές και εδαφικές διεκδικήσεις.
-
προς
adpositionThis heart which you say I have not got is matter of concern.
Aυτή η καρδιά που λέτε πως δεν έχω... είναι προς συζήτηση.
-
Less frequent translations
- σχετικά
- σχετικά με
- ως
- όσον αφορά
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "concerning" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "concerning" with translations into Greek
-
εταιρεία συσκευασίας
-
αγγίζω
-
εκφράζω ανησυχίες
-
έντονη ανησυχία · αισθήματα ανησυχίας
-
εγωισμός · εγωκεντρισμός
-
ανήσυχος · ενδιαφερόμενη · ενδιαφερόμενος · θορυβημένος
-
προκαλώ ανησυχία
-
δουλείά