Translation of "condemn" into Greek
καταδικάζω, απαλλοτριώνω, αποκηρύσσω are the top translations of "condemn" into Greek.
condemn
verb
grammar
(transitive) To confer some sort of eternal divine punishment upon. [..]
-
καταδικάζω
verbΑνακοινώνω, κατόπιν δίκης, ότι κάποιος είναι ένοχος ενός εγκλήματος.
The ravings of a condemned man, my lords of which there is not one shred of proof.
Tο παραλήρημα του καταδίκασε τον άντρα, Λόρδοι μου που δεν υπάρχει ούτε ένα κομματάκι αποδήξεων.
-
απαλλοτριώνω
verb -
αποκηρύσσω
-
Less frequent translations
- αποδοκιμάζω
- απορρίπτω
- επικρίνω
- κατακρίνω
- κρίνω
- κρίνω ακατάλληλο
- κηρύσσω κατεδαφιστέο
- ορίζω ποινή
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "condemn" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "condemn" with translations into Greek
-
απερίφραστη καταδίκη · δριμύ κατηγορώ · δριμύτατη καταδίκη · καταπέλτης
-
κελί για καταδικασθέντες σε θάνατο · κελλί μελλοθάνατου
-
απαγόρευση · απαλλοτρίωση · αποδοκιμασία · αποκήρυξη · επίκριση · καταδίκη · καταδικαστική απόφαση · καταδικαστική κρίση · καταπέλτης
-
κατάδικος · καταδικασμένος · κατεδαφιστέος
-
καταδικάζω
-
ισόβια καταδικασμένος σε...
-
καταδικασμένο να μείνει μόνο στα χαρτιά
-
καταδικαστέος · κατακριτέος
Add example
Add