Translation of "condemned" into Greek
κατάδικος, καταδικασμένος, κατεδαφιστέος are the top translations of "condemned" into Greek.
condemned
adjective
noun
verb
grammar
Having received a curse to be doomed to suffer eternally. [..]
-
κατάδικος
nounI trust the condemned man ate a hearty breakfast.
Ελπίζω ο κατάδικος να έφαγε ένα πλούσιο πρωινό.
-
καταδικασμένος
He is condemned to live on a wheelchair.
Είναι καταδικασμένος να ζει σε αναπηρική καρέκλα.
-
κατεδαφιστέος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "condemned" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "condemned" with translations into Greek
-
απερίφραστη καταδίκη · δριμύ κατηγορώ · δριμύτατη καταδίκη · καταπέλτης
-
κελί για καταδικασθέντες σε θάνατο · κελλί μελλοθάνατου
-
απαλλοτριώνω · αποδοκιμάζω · αποκηρύσσω · απορρίπτω · επικρίνω · καταδικάζω · κατακρίνω · κηρύσσω κατεδαφιστέο · κρίνω · κρίνω ακατάλληλο · ορίζω ποινή
-
απαγόρευση · απαλλοτρίωση · αποδοκιμασία · αποκήρυξη · επίκριση · καταδίκη · καταδικαστική απόφαση · καταδικαστική κρίση · καταπέλτης
-
καταδικάζω
-
ισόβια καταδικασμένος σε...
-
καταδικασμένο να μείνει μόνο στα χαρτιά
-
καταδικαστέος · κατακριτέος
Add example
Add