Translation of "confidant" into Greek
έμπιστος, κολλητός, μυστικοσύμβουλος are the top translations of "confidant" into Greek.
confidant
noun
grammar
a person in whom one can confide or share one's secrets: a friend [..]
-
έμπιστος
noun masculineοι έμπιστοι του προέδρου | Υπήρξε για πολλά χρόνια βουλευτής και έμπιστος του τότε πρωθυπουργού [MΗΛΝΕΓ]
Yes, his report states he has confidence, poise... his diction is excellent.
Eδώ λέει ότι είvαι έμπιστος, ισορροπημέvος και ευφραδής.
-
κολλητός
nounSaid I was his confidant.
Είπε ήμουν ο κολλητός του.
-
μυστικοσύμβουλος
masculine
-
Less frequent translations
- άτομο τής εμπιστοσύνης μου
- έμπιστο πρόσωπο
- έμπιστος σύμβουλος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "confidant" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "confidant" with translations into Greek
-
κρίση εμπιστοσύνης
-
πρόταση μομφής
-
εμπιστοσύνη
-
ασφαλής · βέβαιος · εξασφαλισμένος · πεπεισμένος · σίγουρος
-
πρόταση μομφής
-
επίπεδο εμπιστοσύνης ανεπιθύμητης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας
-
επίπεδο, βαθμός βεβαιότητας
-
αναθέτω · εκμυστηρεύομαι · εμπιστεύομαι
Add example
Add