Translation of "confide" into Greek

εμπιστεύομαι, εκμυστηρεύομαι, αναθέτω are the top translations of "confide" into Greek.

confide verb grammar

(intransitive, now rare) To trust, have faith ( in ). [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εμπιστεύομαι

    verb

    There's no one in the world I'd rather confide in.

    Δεν υπάρχει άλλος στον κόσμο που να εμπιστεύομαι πιο πολύ.

  • εκμυστηρεύομαι

    verb

    Perhaps I confide to you because you cannot tell anyone.

    'Ισως να σου εκμυστηρεύομαι γιατί δεν θα μιλήσεις σε κανέναν.

  • αναθέτω

    verb

    Yet, if the brother who has been given a responsibility is allowed some leeway, he will likely gain confidence and experience.

    Ωστόσο, αν παραχωρηθεί κάποια ελευθερία κινήσεων στον αδελφό στον οποίο έχει ανατεθεί μια ευθύνη, εκείνος πιθανώς θα αποκτήσει αυτοπεποίθηση και πείρα.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "confide" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "confide" with translations into Greek

  • κρίση εμπιστοσύνης
  • πρόταση μομφής
  • εμπιστοσύνη
  • ασφαλής · βέβαιος · εξασφαλισμένος · πεπεισμένος · σίγουρος
  • άτομο τής εμπιστοσύνης μου · έμπιστο πρόσωπο · έμπιστος · έμπιστος σύμβουλος · κολλητός · μυστικοσύμβουλος
  • πρόταση μομφής
  • επίπεδο εμπιστοσύνης ανεπιθύμητης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας
  • επίπεδο, βαθμός βεβαιότητας
Add

Translations of "confide" into Greek in sentences, translation memory