Translation of "confronting" into Greek
αντικρινός is the translation of "confronting" into Greek.
confronting
verb
Present participle of confront. [..]
-
αντικρινός
adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "confronting" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "confronting" with translations into Greek
-
άμεση αναμέτρηση
-
φυγόμαχος
-
έρχομαι αντιμέτωπος με · έρχομαι σε αντιπαράθεση με · αντικρίζω · αντιμετωπίζω · ενασχολούμαι · ζητώ εξηγήσεις · κοντράρω · τα βάζω με
-
αντιμετωπίζω
-
αντιμέτωπος με · ενόψει [+Γεν.]
-
· αναμέτρηση · αντιμετώπιση · αντιπαράθεση · διαμάχη · εναντίωση · προστριβές · συμπλοκή · σύγκρουση
-
διενεκτικός · εριστικός · συγκρουσιακός
-
αποφεύγω τις αντιπαραθέσεις
Add example
Add