Translation of "conscious" into Greek

συνειδητός, ενσυνείδητος, αμήχανος are the top translations of "conscious" into Greek.

conscious adjective noun grammar

alert, awake. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • συνειδητός

    adjective masculine

    aware of one's own existence [..]

    In a game, there tends to be one to n rational players and a non-conscious, non-deliberative agent.

    Yπάρχουν συνήθως χ νοήμονες παίκτες και ένας μη συνειδητός, άνευ σκοπού συντελεστής.

  • ενσυνείδητος

    You know, if my neck doesn't break, I'll be conscious, I'll be awake.

    Ξέρεις, αν ο λαιμός μου δεν σπάσει, θα είμαι ενσυνείδητος, θα είμαι ξύπνιος.

  • Less frequent translations

    • εκούσιος
    • που έχει επίγνωση, συναίσθηση [+Γεν.]
    • που ενδιαφέρεται για
    • που προσέχει κτ
    • προσηλωμένος σε κτ
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "conscious" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "conscious" with translations into Greek

  • εν πλήρει συνειδήσει
  • με κοινωνικές διακρίσεις · ταξικά στρωματοποιημένος
  • που τον απασχολεί η εμφάνισή του
  • συνειδητότητα
  • συνειδητή απομίμηση
  • φιλοχρήματος
  • [+ επίρ.] συνειδητοποιημένος · δίνω μεγάλη έμφαση σε · ευαίσθητος σε θέματα [+Γεν.] · με [+επίθ.] διακρίσεις · με αίσθημα [+Γεν.] · που έχει επίγνωση [+Γεν.] · που ακολουθεί κτ · που δίνει μεγάλη σημασία σε · που ενδιαφέρεται για · που νοιάζεται για · που προσέχει κτ · που τον απασχολεί κτ · που φροντίζει για · προσηλωμένος σε · συνειδητός
  • αμήχανος · ανασφαλής · αφύσικος · επιτηδευμένος · κομπλεξικός · προσποιητός · σε αμηχανία
Add

Translations of "conscious" into Greek in sentences, translation memory