Translation of "constructive" into Greek

εποικοδομητικός, δημιουργικός, κατασκευαστικός are the top translations of "constructive" into Greek.

constructive adjective grammar

Relating to construction. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εποικοδομητικός

    adjective masculine

    A constructive dialogue and regional cooperation are in everybody's interest in that region.

    Ο εποικοδομητικός διάλογος και η περιφερειακή συνεργασία είναι προς ώφελος του καθενός στην περιοχή αυτή.

  • δημιουργικός

    adjective

    Well, I think this is a very constructive way for you to express your feelings.

    Πιστεύω ότι είναι δημιουργικός τρόπος να εκφράσεις τα συναισθήματά σου.

  • κατασκευαστικός

    adjective

    The construction works were awarded to a private company through a public procurement procedure.

    Η εκτέλεση των κατασκευαστικών εργασιών ανατέθηκε σε ιδιωτική εταιρεία μέσω διαδικασίας σύναψης δημόσιων συμβάσεων.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "constructive" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "constructive" with translations into Greek

  • κατασκευαστική λεπτομέρεια
  • πολιτική για τον κατασκευαστικό τομέα · πολιτική κτιριακών έργων
  • · έννοια · ανέγερση · δομή · δομημένη κατασκευή · δομικά έργα · δομικός · δόμηση · ερμηνεία · κατασκευές · κατασκευή · κατασκεύασμα · κτίρια · κτίριο · οικοδομή · οικοδομική · οικοδομικός · οικοδόμημα · οικοδόμηση · συγκέντρωση
  • κατασκευή ανθεκτική στις καιρικές συνθήκες
  • υλικό οδοποιίας
  • Τεχνητή γλώσσα · τεχνητή γλώσσα
  • Κατασκευάζω
  • οικοδομικά υλικά
Add

Translations of "constructive" into Greek in sentences, translation memory