Translation of "construction" into Greek
κατασκευή, οικοδομική, οικοδόμημα are the top translations of "construction" into Greek.
The process of constructing. [..]
-
κατασκευή
noun feminineanything constructed [..]
The invitation to tender for the construction of the building was published in August 2010.
Η πρόσκληση για υποβολή προσφορών με θέμα την κατασκευή του κτιρίου δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2010.
-
οικοδομική
noun femininetrade of building
I went into the family construction business and became what they call comfortable.
Ασχολήθηκα με την οικογενειακή οικοδομική επιχείρηση και έγινα αυτό που λένε,'άνετος'.
-
οικοδόμημα
noun neuterThis serves absolutely no purpose and is also harmful to European construction.
Αυτό δεν εξυπηρετεί κανέναν απολύτως σκοπό και, ταυτόχρονα, βλάπτει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
-
Less frequent translations
- ανέγερση
- οικοδομή
- δομή
- κτίριο
- δομικός
- κτίρια
- κατασκευές
- οικοδόμηση
- ερμηνεία
- οικοδομικός
- δόμηση
- κατασκεύασμα
- έννοια
- συγκέντρωση
- δομημένη κατασκευή
- δομικά έργα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "construction" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "construction"
Phrases similar to "construction" with translations into Greek
-
κατασκευαστική λεπτομέρεια
-
πολιτική για τον κατασκευαστικό τομέα · πολιτική κτιριακών έργων
-
δημιουργικός · εποικοδομητικός · κατασκευαστικός
-
κατασκευή ανθεκτική στις καιρικές συνθήκες
-
υλικό οδοποιίας
-
Τεχνητή γλώσσα · τεχνητή γλώσσα
-
Κατασκευάζω
-
οικοδομικά υλικά