Translation of "credit" into Greek
πίστωση, πιστωτικός, πιστώνω are the top translations of "credit" into Greek.
credit
verb
noun
grammar
(transitive) To believe. [..]
-
πίστωση
noun feminineHowever, we are also living on credit as far as the environment and climate are concerned.
Ωστόσο, ζούμε επίσης με πίστωση όσον αφορά το περιβάλλον και το κλίμα.
-
πιστωτικός
adjectiveTom paid with a credit card.
Ο Τομ πλήρωσε με πιστωτική κάρτα.
-
πιστώνω
verbJoe, I don't really do credit.
Τζο στ'αλήθεια δεν πιστώνω.
-
Less frequent translations
- πίστη
- τιμή
- πιστεύω
- αναγνώριση
- υπόληψη
- Πίστη
- δόξα
- εύσημα
- έπαινος
- αναγνωρίζω
- φερεγγυότητα
- εύσημο
- αναφορά
- μόριο
- πεποίθηση
- ποντους, πίστη
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "credit" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Credit
Credit (finance)
-
Πίστωση
However, we are also living on credit as far as the environment and climate are concerned.
Ωστόσο, ζούμε επίσης με πίστωση όσον αφορά το περιβάλλον και το κλίμα.
Phrases similar to "credit" with translations into Greek
-
πιστωτική ένωση · πιστωτικός συνεταιρισμός
-
έγγραφο πιστωτικής διευκόλυνσης
-
για να πούμε και τού στραβού το δίκιο · όλα κι όλα
-
καταναλωτική πίστη
-
πιστωτικό όριο
-
αναγνωρίζομαι για · κερδίζω εύσημα για · μου αναγνωρίζεται (κτ) · μου πιστώνεται (κτ, ότι) · πιστώνομαι
-
τιμώ κπ
-
πιστώνω
Add example
Add